χαϊδολογάω

χαϊδολογάω
χαϊδολογάω (σπάν. χαϊδολογώ), χαϊδολόγησα βλ. πίν. 58

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • χαϊδεύω — χάιδεψα, χαϊδεύτηκα, χαϊδεμένος, και χαδεύω χάδεψα, χαδεύτηκα, χαδεμένος 1. κάνω χάδια σε κάποιον, τον χαϊδολογάω, τον θωπεύω με τα χέρια: Χάιδευε τα μαλλιά της. 2. περιποιούμαι κάποιον, τον καλοπιάνω, τον κολακεύω. 3. το μέσο, χαϊδεύομαι μου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαϊδολογώ — και χαϊδολογάω χαϊδολόγησα 1. χαϊδεύω. 2. το μέσο, χαϊδολογιέμαι μου αρέσουν τα χάδια, κάνω νάζια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”